Τρίτη, 2 Μαΐου 2017

Λυών


Λυών. Η τρίτη μεγαλύτερη Γαλλική πόλη, πρωτεύουσα του νομού Ροδανού, με μισό περίπου εκατομμύριο κατοίκους στο κέντρο της και πάνω από 2 εκ. στη γύρω περιοχή. Από τα δικά μας μέρη (τα Ελβετικά) είναι η κοντινότερη, μεγάλη, Γαλλική πόλη. Τόσο κοντά από την Γενεύη που κάποιοι πηγαίνουν και αυθημερόν για ψώνια. Το αποφασίσαμε λοιπόν και εμείς και περάσαμε το Πάσχα μας εκεί. Θέλαμε έναν κοντινό προορισμό, όμορφο, που να μην έχουμε επισκεφθεί και που να είναι προσβάσιμος με το αυτοκίνητο. Και η Λυών πληρούσε όλα τα κριτήρια. Και όπως αποδείχθηκε, και πολλά παραπάνω. 





Φορτώσαμε λοιπόν το αυτοκίνητο Μ. Πέμπτη πρωί και ξεκινήσαμε με την άνεσή μας. Ο δρόμος ανοιχτός, ο καιρός ηλιόλουστος και το μικρό φυστίκι να κοιμάται για πάνω από τα μισά της διαδρομής. Ιδανικές δηλαδή συνθήκες. Σε λίγοτερο από 3 ώρες είμασταν εκεί. Είχαμε νοικιάσει ένα διαμέρισμα με 2 υπνοδωμάτια (γιατί έχουμε καλομάθει να κοιμόμαστε χώρια με τον μικρό και φοβόμασταν ότι το 1 δωμάτιο ξενοδοχείου θα μας περιόριζε πολύ). Από την πρώτη κιόλας ματιά, η Λυών ήταν όμορφη. Μεγάλη (έχουμε ξεσυνηθίσει με τις μικρές, ελβετικές πόλεις) και δραστήρια. Τακτοποιηθήκαμε γρήγορα - γρήγορα και βουρ με το καρότσι και τον χάρτη ανά χείρας. Το σπίτι ήταν 15 λεπτά περπάτημα περίπου από το κέντρο (στο 3ο διαμέρισμα). Στο 2ο διαμέρισμα βρίσκεται το σύγχρονο κέντρο και στο 1ο η παλαιά πόλη. Αυτά τα τρία διαμερίσματα τα χωρίζουν οι δύο ποταμοί της πόλης, ο Ροδανός (Rhône) και ο Σον (Saône). Η παρουσία αυτών των δύο ποταμών, όπως καταλαβαίνετε, δίνει μία πολύ ξεχωριστή αίσθηση στην πόλη. Δίνει μια άπλα, έναν ορίζοντα, μία ένωση με τη φύση. Στις όχθες των ποταμών υπάρχουν αραγμένα ποταμόπλοια τα οποία λειτουργούν ως εστιατόρια και μπαρ (με τραπεζάκια στους πεζόδρομους) ενώ ειδικοί χώροι περιπάτου και ποδηλάτου διασχίζουν όλη την πόλη.




Αυτό που με εντυπωσίασε στη Λυών ήταν ο ανάμεικτός της χαρακτήρας. Την περίμενα πιο Παρίσι, πιο Λονδίνο. Με πιο βαριά, γκρι, σκαλιστά κτίρια και στενά δρομάκια. Τα είχε και αυτά. Αλλά είχε και μια άπλα, και ένα χρώμα, και μια καθαρότητα. Έβλεπες κτίρια βαμμένα απαλό κίτρινο και ροζ. Κάτι σαν Κοπεγχάγη. Μα τόσο καθαρά και φρεσκοβαμμένα κτίρια δεν έχω ξαναδεί. Και ο κόσμος, σαν και αυτός να ήταν μία μοίξη κεντροευρωπαίου και μεσογειακού. Όμορφοι, καλοντυμένοι, αλλά και πιο χαλαροί, πιο θορυβώδεις. Με πολλά μπαράκια και καφέ τα οποία το βράδυ μάλλον μεγαλουργούσαν (δεν τα είδαμε όπως καταλαβαίνετε). 




Είδαμε όμως όλη την παλιά, πλακόστρωτη πόλη (κάτι σαν τη δική μας Πλάκα), όλη την καινούργια, πήγαμε στο εξαιρετικό πάρκο Parc de la Tête d'Or όπου εκτός από τον βοτανόκηπο, τους περιπάτους, τη λίμνη και τα μικρά καφέ, είχε και έναν μικρό ζωολογικό κήπο. Ανεβήκαμε με το τελεφερίκ και στην περιοχή Fourvière με την Basilica of Notre-Dame την οποία θαυμάζαμε και φωτογραφίζαμε από το κέντρο της πόλης. Ανεβήκαμε με το τελεφερίκ ώστε να κατέβουμε με τα πόδια και να απολαύσουμε τη διαδρομή και τη θέα. Ούτως ή άλλως η κοπέλα στο τουριστικό γραφείο της πόλης μας είχε διαβεβαιώσει ότι δεν είχε σκαλιά το κατέβασμα. Ή εμείς πήραμε λάθος δρόμο ή η κοπέλα δεν ήξερε τι της γινόταν! Και να 'σου τα ατελείωτα (500+ όπως αποδείχθηκε) σκαλιά μπροστά μας! Πω πω! Τι να κάνουμε... Πίσω ο συνοδοιπόρος, μπροστά εγώ και στη μέση η "Κλεοπάτρα", ο Στέφανος δηλαδή στο καρότσι του. Και στα μέσα της διαδρομής κοιμήθηκε κιόλας. Πόσο γελάσαμε. Και πόσο γέλασαν και οι τριγύρω μας που μας έδιναν συγχαρητήρια. Εννοείται πώς την επόμενη ημέρα οι γάμπες του συνοδοιπόρου και οι δικοί μου ώμοι ήταν για κλάμματα αλλά τι να κάνεις. Μας λυπήθηκε όμως ο Θεούλης και με το που βρήκαμε ίσιωμα, σε ένα όμορφο και ήσυχο στενό της παλιάς πόλης, πετύχαμε μικρή πιτσαρία! Και φάγαμε με την ησυχία μας (εφόσον ο μικρός ακόμα κοιμόταν) εξαιρετική πίτσα.







Κάναμε και την μικρή μας κρουαζιέρα θαυμάζοντας την πόλη από τα ποτάμια της, με τα ετερόκλητα κτίρια (από διατηρημένα, κλασικά μέχρι εντελώς φουτουριστικά), φάγαμε και στα φημισμένα της bouchon (σαν τα δικά μας ταβερνάκια), ξαπλώσαμε και στο γκαζόν κυνηγώντας το φυστίκι, χαθήκαμε και στους δρόμους (εννοείται!), φωτογραφίσαμε, επισκεφθήκαμε και τη φημισμένη κλειστή αγορά τροφίμων Les Halles de Lyon -Paul Bocuse, κουραστήκαμε, πήγαμε και στο ενυδρείο (μεταξύ μας, δεν άξιζε ιδιαίτερα... απλά έκανε την πρώτη του γνωριμία ο Στέφανος με τον υδάτινο κόσμο), καήκαμε λιγάκι από τον ήλιο, ψωνίσαμε κάτι λίγα και την Κυριακή το μεσημέρι πήραμε το δρόμο της επιστροφής.



Στην επόμενή μας επίσκεψη θα πρέπει να δούμε τη νυχτερινή ζωή (μη με ρωτήσετε πώς) και βεβαίως να φάμε σε ένα από τα πολλά βραβευμένα της εστιατόρια (είναι άλλωστε η γαστρονομική πρωτεύουσα της Γαλλίας).

A bientôt belle Lyon!
ανδριάνα


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

the bright side of blogging :: by andriana

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Αρχειοθήκη LifeLikes