Δευτέρα, 29 Ιουνίου 2020

Τα χέρια της


Σε ένα ουδέτερο βράδυ Κυριακής, πριν λίγες εβδομάδες, χωρίς κανένα συγκεκριμένο ερέθισμα ή αφορμή, λίγο πριν κοιμηθώ, εκεί που ο νους αρχίζει να γαληνεύει, ήρθαν ολοζώντανα στα μάτια μου τα χέρια της. Τα χέρια της γιαγιάς Ευδοκίας. Και αμέσως ένιωσα αυτήν τη ζεστασιά και θαλπωρή. Δεν ήθελα να κοιμηθώ για να συνεχίσω να τα βλέπω και να τα νιώθω.

Γιατί τα χέρια της γιαγιάς Ευδοκίας, αυτά που πάντα θα θυμάμαι τόσο ζαρωμένα, ήταν από τα πιο αγαπημένα μου. Ήταν πάντα τόσο ζεστά. Έκαιγαν. Και έτσι γίνονταν η φωλιά για τα δικά μου που από παιδάκι ήταν πάντα τόσο παγωμένα. Τα έπαιρνε λοιπόν και τα φώλιαζε στα δικά της μέχρι να μου τα ζεστάνει. Ήταν αυτά τα χέρια που σήκωναν τη μία άκρη της κουβέρτας για να χωθώ από κάτω όταν κρυφά κατέβαινα στο δωμάτιό της μες στη νύχτα. Ήταν αυτά τα χέρια που κεντούσαν ασταμάτητα, που έλυναν και ξανά-μάζευαν την κλωστή αφού πρώτα την είχαν περάσει στους αγκώνες μου για βάση. Ήταν αυτά που ανακάτευαν με το σύρμα το βιτάμ για να λιώσει όταν φτιάχναμε τα κέικ οι δυο μας. Ήταν αυτά που ομόρφαινα και εγώ όταν μου ζητούσε να τις βάψω τα νύχια (ακόμα και στα 90 της). Πάντα σε εκείνο το απαλό χρώμα του σάπιου μήλου. Και όταν ήμουν έφηβη, ήθελε να μου δίνει και χαρτζιλίκι για τις αισθητικές υπηρεσίες που της προσέφερα αλλά εγώ δεν ήθελα καθόλου. Αυτά τα χέρια που μας μοίραζαν τα χαρτιά τα ατελείωτα καλοκαιρινά απογεύματα που περνούσαμε παρέα στο μπαλκόνι, η γιαγιά και εμείς, τα τρία εγγόνια της, ενώ οι γονείς μας ήταν σε κάποιο ταξίδι ή σε κάποιο βραδινό κάλεσμα. Εκεί, μας μάθαινε να παίζουμε χαρτιά, ξερή, και το διασκεδάζαμε τόσο. Αυτά τα χέρια που με αγκάλιαζαν τόσο σφιχτά και μου διόρθωναν και λίγο τη φούστα πριν βγω για ποτό για να είναι όπως πρέπει. Αυτά τα χέρια που ακόμα και στα βαθιά γεράματα ξεφλούδιζαν νεράντζια και καθάριζαν χόρτα. Αυτά τα χέρια που πάντα αναζητούσαν τα χαρτομάντηλα που κρύβονταν σε τσέπες, και ρόμπες, και κάτω από τα μαξιλάρια. Αυτά τα χέρια που πληκτρολογούσαν τον αριθμό μου στο κινητό της τηλέφωνο ενώ ήταν "διακοπές" στο χωριό της άλλης γιαγιάς, για να δει τι κάνω. Αυτά τα χέρια που φύτευαν και ξανα-φύτευαν ολημερίς σε όποιον κήπο και αν βρισκόταν και όταν τηλεφωνούσε η πρώτη της ερώτηση ήταν "πώς είναι ο κήπος; ποτίσατε;". Αυτά τα χέρια που μεγάλωσαν μία κόρη, μία "ψυχοκόρη" και τρία εγγόνια ούσα χήρα από πολλή νέα. Αυτά τα χέρια που διεκδίκησαν αξίες, δικαιώματα, είπαν βροντερά "όχι", δημιούργησαν περιουσίες και άφησαν κληρονομιά (εκτός αλλά κυρίως εντός εισαγωγικών) σε δεκάδες ανθρώπους, συγγενείς και φίλους, σε μία τόσο σκληρή και πατριαρχική κοινωνία, ειδικά για μια single mother.

Τώρα που σας τα γράφω τα μάτια μου είναι βουρκωμένα και έχω έναν κόμπο στο λαιμό αλλά εκείνη την ώρα που έβλεπα και ένιωθα τα χέρια της ήμουν απλά ευτυχισμένη. Γαλήνια. Σαν με μια μαγική κίνηση να ησύχασε όλες μου τις έγνοιες. Σαν να έπαιρναν πάλι τα δικά μου χέρια και να τα φώλιαζαν. Σαν να ήταν ο δικός της τρόπος από εκεί ψηλά να μου πει ότι είναι εδώ, με προσέχει και με νοιάζεται. Όπως πάντα. Γιατί είμαι σίγουρη ότι όπου και αν είναι, είναι καλά, υπερήφανη για όσα δημιούργησε και προσέφερε, όπως θα είμαστε πάντα και εμείς για εκείνη. 

Μου λείπεις γιαγιά. Ακόμα και για πάντα.
ανδριάνα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

the bright side of blogging :: by andriana

Αρχειοθήκη LifeLikes